Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Ενδοσκόπηση.

Καιρός να γράψω το σπουδαιότερο post αυτού του blog. Η ιδέα σχηματίστηκε χθες στο μυαλό μου, από σπόντα, καθώς μιλούσα στην φίλη μου Κική. Καιρός να γράψω κάτι που να 'χει πραγματική αξία και όχι ποιηματάκια της πούτσας.

Λοιπόν. Υπάρχει ένα μυστικό που ξέρει κάθε καλλιτέχνης. Το δύσκολο δεν είναι να γράψεις, το δύσκολο είναι να πάρεις την απόφαση να γράψεις. Ενώ προσπαθείς να πάρεις την απόφαση να γράψεις, ακούς μία φωνούλα μέσα στο μυαλό σου να σου παραθέτει ένα σωρό λόγους να ΜΗΝ γράψεις.

"Καλύτερα άστο τώρα, είσαι κουρασμένος και δε θα βγει κάτι καλό"

"Πάλι μαλακίες θα κάτσεις να γράψεις τώρα; Γάμα το!"

Και αυτή η φωνούλα δε περιορίζεται στο γράψιμο. Δεν την έχουν αποκλειστικά οι καλλιτέχνες. Εμφανίζεται και πηγαίνει κόντρα σε κάθε δημιουργική προσπάθεια μας. Σε κάθε τι που μπορεί να μας κάνει καλύτερους. Σε οποιοδήποτε πρόγραμμα που στοχεύει σε σφιχτότερους κοιλιακούς. Σε πιο αυστηρή δίαιτα. Στην εκπαίδευση κάθε είδους και τελικά, στην υιοθέτηση μιας συνεπούς στάσης μπροστά στις δυσκολίες.

Το έχεις νιώσει και 'συ; Είναι έξυπνη αυτή η φωνή. Λίγο προτού κάνω την γυμναστική μου, μου επιτίθεται με ένα σωρό επιχειρήματα. Πολλά από αυτά στέκουν.

"Το έχεις παρακάνει! Θα πάθεις ζημιά.."

Ή όταν προσπαθώ να διαβάσω. Επιχειρήματα του τύπου:

"Ρε φλώρε τη κατάντια είναι αυτή; Άστο, πήγαινε για κανένα ποτάκι"

Πολλές φορές με νικάει και τα παρατάω. Αλλά άλλες τόσες την βάζω κάτω εγώ και τα καταφέρνω. Γιατί στην τελική, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα παιχνίδι θέλησης. Στην μία μεριά στέκεται το Εγώ σου, η φιλοδοξία και οι στόχοι σου και στην άλλη η εσωτερική σου Αντίσταση. Η πονηρή αυτή φωνή. Ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Η τεμπελιά μας. Τα σίδερα που μας κραττούν δέσμιους. Μια δύναμη αρνητική, που όλοι μας έχουμε μέσα μας. Ο εχθρός της δημιουργικότητας.

Και είναι ένας εχθρός που δεν πρέπει ποτέ, ποτέ να υποτιμήσεις. Ποτέ να μην του αφήσεις περιθώριο. 

Ξέρεις, o Xίτλερ ήθελε κάποτε να γίνει καλλιτέχνης. Στα 18 του μετακόμισε στην Βιέννη για να ζήσει και να σπουδάσει. Έκανε αίτηση στην Καλών Τεχνών και έπειτα στην Αρχιτεκτονική. Έχεις δει κανέναν πίνακα του; Σωστά. Ούτε και εγώ. Για να το θέσω απλά, για τον Χίτλερ ήταν πιο εύκολο να αιματοκυλίσει τον πλανήτη παρά να αντιμετωπίσει την Αντίσταση και έναν λευκό καμβά.

Η Αντίσταση είναι μέσα μας και διαρκώς ψάχνει ευκαιρίες να μας θάψει.

Ώρα να σου πω και ένα δεύτερο μυστικό. Ξανά, το γνωρίζει ο κάθε καλλιτέχνης - και ο κάθε πραγματικός επαγγελματίας. Υπάρχει μεγάλη δύναμη στο να δουλεύεις τον στόχο σου συστηματικά. Δεν γνωρίζω που οφείλεται αυτό. Ίσως υπάρχει η "Μούσα" του Ομήρου και να χαμογελάει με την προσπάθεια μας. Δεν ξέρω. Πάντως όσο προσπαθείς, όσο δρας επαγγελματικά, όσο είσαι εκεί ανεξάρτητα συνθηκών και ψυχολογίας, γύρω σου πυκνώνει μια δύναμη, μία έμπνευση. Νέες ιδέες έρχονται. Διαπιστώσεις συγκεντρώνονται.

Αν τώρα υποθέσουμε ότι η θέση της Αντίστασης είναι η Κόλαση, τότε η πηγή αυτής της δύναμης δε μπορεί να είναι άλλη απ'τον Παράδεισο. Και αυτή η δύναμη, η Δημιουργικότητα μας, δεν είναι καθόλου παθητική. Είναι πρόθυμος και ενεργός σύμμαχος που στοιχίζεται στο πλευρό μας ενάντια στην Αντίσταση. Kαι αυτή η μάχη είναι η σπουδαιότερη που θα δώσουμε ποτέ. Εκτυλίσσεται στην καθημερινότητα μας και από αυτήν κρέμεται η ποιότητα της ζωής μας. Δεν είναι αστείο. Αντίπαλοι μας είναι οι ίδιοι οι Δαίμονες της ψυχής μας.

Για να δούμε..

Ορίσαμε τον εχθρό μας και του δώσαμε το όνομα του: Αντίσταση.
Συνειδητοποιήσαμε πως η λύση απέναντι στο πρόβλημα της Αντίστασης είναι μία συστηματική στάση απέναντι στην ζωή, στην δουλειά, στα όνειρα και τους στόχους μας - έτσι μόνο ξυπνάει η εσωτερική μας δύναμη, η Μούσα ή η Δημιουργικότητα μας.
Τι μας μένει τώρα;

Να κάνουμε τα λόγια πράξη.

Εύχομαι το post αυτό να βοηθήσει έστω και έναν άνθρωπο. Ας τον κάνει έστω να σκεφτεί το θέμα. Κάπου μέσα μου ψιλοφοβάμαι ότι οι περισσότεροι δε θα το καταλάβουν.

Αν δεν σου μείνει ΤΙΠΟΤΑ λοιπόν από τα παραπάνω, ας σου μείνει τουλάχιστον αυτό. Αυτό που κρύβεις μέσα σου, το ταλέντο σου, είναι ένα δώρο. Ένα δώρο που στερείς στον κόσμο, όσο το αφήνεις να κοιμάται.

Βγάλε αυτό που έχεις μέσα σου.. και κάνε το δώρο σου, δώρο στον κόσμο.


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Μαύρο (στίχοι)

Μιλώ στους τοίχους γιατί οι τοίχοι έχουν αυτιά
Αντίθετα απ'τους ανθρώπους που τα κραττούν κλειστά
Και περιμένουν μόνο την σειρά τους να μιλήσουν

Πιστεύουν έτσι θα επικοινωνήσουν;
Μα αν δεν είναι ετοιμοθάνατου τα λόγια
αδυνατούν να τα εκτιμήσουν.


Τους βαρέθηκα, τους βαρέθηκα όλους
Γλυκόξινους ανθρώπινους διαβόλους
Δίχως όνειρα, φιλοδοξία ή στόχους
Σκλάβοι με στολές
διπλώματα, πτυχεία και περγαμηνές
Άλλοι τους ζουν ανέμελα στο χθες
και άλλους σήμερα σκοτώνουν οι ενοχές

Σκέφτομαι τώρα να βρίσω
δυο-τρεις μικρούς να στιγματίσω
Κενά κορίτσια που βαρέθηκα
μέχρι και να πηδήξω
Μα ούτε καν αυτό να κάνω
δεν έχω όρεξη να αρχίσω.

Τελικά, ξέρεις τι είναι το μόνο
που με σώνει;
Ακόμη και η ζωή
κάποια στιγμή τελειώνει.



Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Μέσα στο μυαλό μου.

Κάθε βράδυ σκάβω βαθύτερα στο κρανίο μου, αλλά μου είναι αδύνατο να βρω πάτο. Βυθίζομαι μέσα του, σκληρότερα και πιο επώδυνα αλλά όλες μου οι προσπάθειες είναι μάταιες. Δεν μπορώ να θυμηθώ πως ξεκίνησε αυτό, τι περίμενα να βρω μέσα του. Μέσα μου. Έχει διαφορά;

Θυμάμαι κάπου μακριά ένα αμυδρό γυναικείο κλάμα. Κλαίνε τόσο εύκολα οι γυναίκες. Εγώ ποτέ δε κλαίω. Βλέπεις, είμαι καλός στο να κρύβω τα συναισθήματα μου. Και που λες αυτές κλαίνε. Αργά, γρήγορα, με ή χωρίς λόγο στο τέλος πάντα το ίδιο. Και μετά από λίγο καιρό, νέο αίμα. Νέα σάρκα για να καταβροχθίσει ο Μινώταυρος.

Σκάβω βαθύτερα, βαθύτερα. Οι σκέψεις μου δεν έχουν συνέχεια, δεν έχουν δομή. Βλέπω παντού εικόνες της ζωής μου, αλλά αυτές δεν ακολουθούν κάποια λογική σειρά. Αλλού είμαι μικρός και αλλού μεγαλύτερος, όπως δε με έχω καν γνωρίσει ακόμα. Βλέπω στιγμές που πόνεσα και στιγμές που γέλασα, στιγμές καλές και στιγμές κακές.

Κάπου εκεί βρίσκω έναν καθρέφτη. Τον κοιτάζω και μόνο τότε αντιλαμβάνομαι πως είναι παγίδα. Αιχμαλωτίζει το βλέμμα μου και αδυνατώ να στρέψω αλλού το κεφάλι μου. Μέσα του βλέπω εμένα, μόνο που είμαι διαφορετικός. Το δέρμα μου είναι πιο λευκό, τα μαλλιά μου πιο μαύρα, κορακίσια. Τα χαρακτηριστικά μου πιο έντονα, πιο κοφτά και τα μάτια μου εντελώς ψυχρά, δίχως συναίσθημα. Μου χαμογελάω διστακτικά, αλλά το καθρέφτισμα μου παραμένει ψυχρό. Ανοίγει το στόμα του και από μέσα του ξεπροβάλλει ένα φίδι, ένας πελώριος πύθωνας.

Σέρνεται γύρω μου. Τον νιώθω να με τυλίγει, το σφίξιμο του, στην αρχή χαλαρό, σύντομα γίνεται ατσάλινο. Νιώθω τα κόκαλα μου να σπάζουν. Το φίδι πλησιάζει το πρόσωπο μου, λες και θέλει να με φιλήσει. και τότε εγώ κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ να σκεφτώ. Δαγκώνω με όλη μου την δύναμη το φίδι.

Ο καθρέφτης σπάζει και το φίδι χάνεται.

Συνεχίζω να βυδίζομαι. Δεν αντέχω πολύ ακόμα. Πνίγομαι. Βλέπω γύρω μου πρόσωπα. Όλοι και όλες χαμογελαστοί, έτοιμοι να ριχτούν στον γκρεμό για εμένα. Σκέφτομαι πόσο πολλά έχουν κάνει για εμένα, πόσο πολύ νοιάστηκαν, πόσο πολύ μάτωσαν για εμένα και πόσο άδικα τους το ξεπλήρωσα. Πονάει αυτή η σκέψη.

Ένα ένα τα πρόσωπα τους χάνονται, σβήνουν. Απ'το λιγότερο σημαντικό στο πιο σημαντικό. Κάθε φορά που κάποιο σβήνει, νιώθω έναν οξύ πόνο στην καρδιά μου. Στην αρχή κλεφτοκοιτάω το στήθος μου. Παρατηρώ ότι έχει αρχίσει να ματώνει. Σύντομα παύω να το κοιτάω. Δεν μπορώ να σταματήσω τώρα.

Θα είναι άδικο για τα πρόσωπα που έχουν ήδη χαθεί. Δεν μπορώ να σταματήσω. Πρέπει να συνεχίσω. Δεν ανάγκασα κανέναν να κάνει ότι έκανε. Τα συναισθήματα δεν εξαγοράζονται. Πρέπει να συνεχίσω.

Βυθίζομαι και άλλο και σιγά σιγά ο πόνος στο στήθος σβήνει. Γύρω επικρατεί πλέον απόλυτο σκοτάδι και μια νεκρική, απόλυτη σιγή.

Για πρώτη φορά φοβάμαι. Έτσι είναι ο Θάνατος;

Ξαφνικά, σα να θέλει να με διαψεύσει, ένας μακρινός χτύπος ακούγεται κάπου χωμένος μέσα στο βάθος του σκοταδιού. Νιώθω μια ανεξήγητη έλξη προς αυτόν τον ήχο. Χωρίς να το σκεφτώ, συνεχίζω να βυθίζομαι και άλλο, ακολουθώντας αυτόν τον χτύπο.

Ντουπ-ντουπ. Ντουπ. Ντουπ-ντουπ. Ντουπ.

Ο χτύπος δυναμώνει και δυναμώνει.

ΝΤΟΥΠ-ΝΤΟΥΠ. ΝΤΟΥΠ. ΝΤΟΥΠ-ΝΤΟΥΠ. ΝΤΟΥΠ.

Και τότε παύει να υπάρχει σκοτάδι. Και τότε η σκέψη μου λούζεται στο φως. Μπροστά μου βρίσκεται μία γιγάντια ανθρώπινη καρδιά. Μου είναι αδύνατο να υπολογίσω το μέγεθος της πάντως καλύπτει με άνεση το οπτικό μου πεδίο.

Κοιτάζω το στήθος μου και παρατηρώ για πρώτη φορά ότι στο μέρος όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η καρδιά μου έχω ένα τεράστιο κενό. Μία μεγάλη μαύρη τρύπα που δεν οδηγεί πουθενά.

Ξεσπάω. Δάκρυα, ποτάμια δακρύων τρέχουν από τα μάτια μου. Πέφτω στα γόνατα, κλαίω όσο δεν έκλαψε ποτέ κανένας άνθρωπος, μέχρι να στερέψω, μέχρι να μην μπορώ να κλάψω άλλο.

Το τελευταίο μου δάκρυ στάζει απ'το μάτι μου σαν σε αργή κίνηση.

Και τότε, κάπως, με κάποιο τρόπο, η γιγάντια καρδιά μου μιλάει. Η φωνή απροσδιόριστη, τη μία στιγμή επιβλητική, την άλλη σχεδόν παιδική, ικανή να εκφράσει μια πληθώρα συναισθημάτων ταυτοχρόνως.

- " Αυτό είναι το τελευταίο δάκρυ που θα χύσεις."


Συνειδητοποιώ ότι η Καρδιά έχει δίκιο. Δεν νιώθω τίποτα πια. Άραγε είναι δώρο η κατάρα αυτό;

Και τώρα;

- " Κάνε οτιδήποτε θελήσεις. "

.