Κάθε βράδυ σκάβω βαθύτερα στο κρανίο μου, αλλά μου είναι αδύνατο να βρω πάτο. Βυθίζομαι μέσα του, σκληρότερα και πιο επώδυνα αλλά όλες μου οι προσπάθειες είναι μάταιες. Δεν μπορώ να θυμηθώ πως ξεκίνησε αυτό, τι περίμενα να βρω μέσα του. Μέσα μου. Έχει διαφορά;
Θυμάμαι κάπου μακριά ένα αμυδρό γυναικείο κλάμα. Κλαίνε τόσο εύκολα οι γυναίκες. Εγώ ποτέ δε κλαίω. Βλέπεις, είμαι καλός στο να κρύβω τα συναισθήματα μου. Και που λες αυτές κλαίνε. Αργά, γρήγορα, με ή χωρίς λόγο στο τέλος πάντα το ίδιο. Και μετά από λίγο καιρό, νέο αίμα. Νέα σάρκα για να καταβροχθίσει ο Μινώταυρος.
Σκάβω βαθύτερα, βαθύτερα. Οι σκέψεις μου δεν έχουν συνέχεια, δεν έχουν δομή. Βλέπω παντού εικόνες της ζωής μου, αλλά αυτές δεν ακολουθούν κάποια λογική σειρά. Αλλού είμαι μικρός και αλλού μεγαλύτερος, όπως δε με έχω καν γνωρίσει ακόμα. Βλέπω στιγμές που πόνεσα και στιγμές που γέλασα, στιγμές καλές και στιγμές κακές.
Κάπου εκεί βρίσκω έναν καθρέφτη. Τον κοιτάζω και μόνο τότε αντιλαμβάνομαι πως είναι παγίδα. Αιχμαλωτίζει το βλέμμα μου και αδυνατώ να στρέψω αλλού το κεφάλι μου. Μέσα του βλέπω εμένα, μόνο που είμαι διαφορετικός. Το δέρμα μου είναι πιο λευκό, τα μαλλιά μου πιο μαύρα, κορακίσια. Τα χαρακτηριστικά μου πιο έντονα, πιο κοφτά και τα μάτια μου εντελώς ψυχρά, δίχως συναίσθημα. Μου χαμογελάω διστακτικά, αλλά το καθρέφτισμα μου παραμένει ψυχρό. Ανοίγει το στόμα του και από μέσα του ξεπροβάλλει ένα φίδι, ένας πελώριος πύθωνας.
Σέρνεται γύρω μου. Τον νιώθω να με τυλίγει, το σφίξιμο του, στην αρχή χαλαρό, σύντομα γίνεται ατσάλινο. Νιώθω τα κόκαλα μου να σπάζουν. Το φίδι πλησιάζει το πρόσωπο μου, λες και θέλει να με φιλήσει. και τότε εγώ κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ να σκεφτώ. Δαγκώνω με όλη μου την δύναμη το φίδι.
Ο καθρέφτης σπάζει και το φίδι χάνεται.
Συνεχίζω να βυδίζομαι. Δεν αντέχω πολύ ακόμα. Πνίγομαι. Βλέπω γύρω μου πρόσωπα. Όλοι και όλες χαμογελαστοί, έτοιμοι να ριχτούν στον γκρεμό για εμένα. Σκέφτομαι πόσο πολλά έχουν κάνει για εμένα, πόσο πολύ νοιάστηκαν, πόσο πολύ μάτωσαν για εμένα και πόσο άδικα τους το ξεπλήρωσα. Πονάει αυτή η σκέψη.
Ένα ένα τα πρόσωπα τους χάνονται, σβήνουν. Απ'το λιγότερο σημαντικό στο πιο σημαντικό. Κάθε φορά που κάποιο σβήνει, νιώθω έναν οξύ πόνο στην καρδιά μου. Στην αρχή κλεφτοκοιτάω το στήθος μου. Παρατηρώ ότι έχει αρχίσει να ματώνει. Σύντομα παύω να το κοιτάω. Δεν μπορώ να σταματήσω τώρα.
Θα είναι άδικο για τα πρόσωπα που έχουν ήδη χαθεί. Δεν μπορώ να σταματήσω. Πρέπει να συνεχίσω. Δεν ανάγκασα κανέναν να κάνει ότι έκανε. Τα συναισθήματα δεν εξαγοράζονται. Πρέπει να συνεχίσω.
Βυθίζομαι και άλλο και σιγά σιγά ο πόνος στο στήθος σβήνει. Γύρω επικρατεί πλέον απόλυτο σκοτάδι και μια νεκρική, απόλυτη σιγή.
Για πρώτη φορά φοβάμαι. Έτσι είναι ο Θάνατος;
Ξαφνικά, σα να θέλει να με διαψεύσει, ένας μακρινός χτύπος ακούγεται κάπου χωμένος μέσα στο βάθος του σκοταδιού. Νιώθω μια ανεξήγητη έλξη προς αυτόν τον ήχο. Χωρίς να το σκεφτώ, συνεχίζω να βυθίζομαι και άλλο, ακολουθώντας αυτόν τον χτύπο.
Ντουπ-ντουπ. Ντουπ. Ντουπ-ντουπ. Ντουπ.
Ο χτύπος δυναμώνει και δυναμώνει.
ΝΤΟΥΠ-ΝΤΟΥΠ. ΝΤΟΥΠ. ΝΤΟΥΠ-ΝΤΟΥΠ. ΝΤΟΥΠ.
Και τότε παύει να υπάρχει σκοτάδι. Και τότε η σκέψη μου λούζεται στο φως. Μπροστά μου βρίσκεται μία γιγάντια ανθρώπινη καρδιά. Μου είναι αδύνατο να υπολογίσω το μέγεθος της πάντως καλύπτει με άνεση το οπτικό μου πεδίο.
Κοιτάζω το στήθος μου και παρατηρώ για πρώτη φορά ότι στο μέρος όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η καρδιά μου έχω ένα τεράστιο κενό. Μία μεγάλη μαύρη τρύπα που δεν οδηγεί πουθενά.
Ξεσπάω. Δάκρυα, ποτάμια δακρύων τρέχουν από τα μάτια μου. Πέφτω στα γόνατα, κλαίω όσο δεν έκλαψε ποτέ κανένας άνθρωπος, μέχρι να στερέψω, μέχρι να μην μπορώ να κλάψω άλλο.
Το τελευταίο μου δάκρυ στάζει απ'το μάτι μου σαν σε αργή κίνηση.
Και τότε, κάπως, με κάποιο τρόπο, η γιγάντια καρδιά μου μιλάει. Η φωνή απροσδιόριστη, τη μία στιγμή επιβλητική, την άλλη σχεδόν παιδική, ικανή να εκφράσει μια πληθώρα συναισθημάτων ταυτοχρόνως.
- " Αυτό είναι το τελευταίο δάκρυ που θα χύσεις."
Συνειδητοποιώ ότι η Καρδιά έχει δίκιο. Δεν νιώθω τίποτα πια. Άραγε είναι δώρο η κατάρα αυτό;
Και τώρα;
- " Κάνε οτιδήποτε θελήσεις. "
.